λεβάντα
•
- φυτόθάμνος του γένους Lavandula (lavandula νεολατινικά) Βικιλεξικό
- βότανοτο άρωμα αυτού του φυτού Βικιλεξικό
- Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
λεβάντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική lavanda
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεβάντα | λεβάντες |
| Γενική | λεβάντας | λεβαντών |
| Αιτιατική | λεβάντα | λεβάντες |
| Κλητική | λεβάντα | λεβάντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →