λεβάρισμα
•
- ναυτικός όροςη ενέργεια και το αποτέλεσμα του λεβάρω, το τράβηγμα του παλαμαριού ή της αλυσίδας (και το σύρσιμο κάποιου πλεούμενου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεβάρισμα < λεβάρ(ω) + -ισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεβάρισμα | λεβαρίσματα |
| Γενική | λεβαρίσματος | λεβαρισμάτων |
| Αιτιατική | λεβάρισμα | λεβαρίσματα |
| Κλητική | λεβάρισμα | λεβαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →