Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεβέντικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζει το λεβέντη, που δείχνει λεβεντιά Βικιλεξικό
    • Βέβαια, και στη μάχη κι εδώ ο θάνατος είναι λεβέντικος σαν πεθαίνεις για το δικό σου ιδανικό. (Τάκης Αδάμος Ο όρκος του Μακρή [διήγημα])

Ετυμολογία

λεβέντικος < λεβέντης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεβέντικοςλεβέντικηλεβέντικο
Γενικήλεβέντικουλεβέντικηςλεβέντικου
Αιτιατικήλεβέντικολεβέντικηλεβέντικο
Κλητικήλεβέντικελεβέντικηλεβέντικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεβέντικοιλεβέντικεςλεβέντικα
Γενικήλεβέντικωνλεβέντικωνλεβέντικων
Αιτιατικήλεβέντικουςλεβέντικεςλεβέντικα
Κλητικήλεβέντικοιλεβέντικεςλεβέντικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →