λεβέτι
•
- λαϊκότροποτο καζάνι, ο λέβητας Βικιλεξικό
- Πιάνουνται ἀπὸ τὰ ἐγγλέζικα ἀκρογιάλια, πέφτουν ἀπάνω στὰ χωριά, ξεκοιλιάζουν τὶς γυναῖκες, ρίχνουν τους ἄντρες σὲ βαθιὰ λεβέτια μὲ χοχλακιστὸ νερό.
Ετυμολογία
λεβέτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λεβέτιν < αρχαία ελληνική λεβέτιον, υποκοριστικό του λέβης (γενική λέβητος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεβέτι | λεβέτια |
| Γενική | λεβετιού | λεβετιών |
| Αιτιατική | λεβέτι | λεβέτια |
| Κλητική | λεβέτι | λεβέτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →