Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεβέτι

/leˈve.ti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποτο καζάνι, ο λέβητας Βικιλεξικό
    • Πιάνουνται ἀπὸ τὰ ἐγγλέζικα ἀκρογιάλια, πέφτουν ἀπάνω στὰ χωριά, ξεκοιλιάζουν τὶς γυναῖκες, ρίχνουν τους ἄντρες σὲ βαθιὰ λεβέτια μὲ χοχλακιστὸ νερό.

Ετυμολογία

λεβέτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λεβέτιν < αρχαία ελληνική λεβέτιον, υποκοριστικό του λέβης (γενική λέβητος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεβέτιλεβέτια
Γενικήλεβετιούλεβετιών
Αιτιατικήλεβέτιλεβέτια
Κλητικήλεβέτιλεβέτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →