Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεβεντιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του λεβέντη· μπορεί να αναφέρεται στο παράστημα ή στο χαρακτήρα του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεβεντιά < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεβεντιάλεβεντιές
Γενικήλεβεντιάςλεβεντιών
Αιτιατικήλεβεντιάλεβεντιές
Κλητικήλεβεντιάλεβεντιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →