λεβεντοπνίχτρα
•
- χαρακτηρισμός που αποδίδεται στη θάλασσα (επειδή σ'αυτήν πνίγονται τόσοι λεβέντες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεβεντοπνίχτρα < λεβέντης + πνίγω +-τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεβεντοπνίχτρα | λεβεντοπνίχτρες |
| Γενική | λεβεντοπνίχτρας | — |
| Αιτιατική | λεβεντοπνίχτρα | λεβεντοπνίχτρες |
| Κλητική | λεβεντοπνίχτρα | λεβεντοπνίχτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →