Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεβεντόκορμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει λεβέντικη κορμοστασιά, ευθυτενής και γεροδεμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεβεντόκορμος < λεβέντης + κορμί

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεβεντόκορμοςλεβεντόκορμηλεβεντόκορμο
Γενικήλεβεντόκορμουλεβεντόκορμηςλεβεντόκορμου
Αιτιατικήλεβεντόκορμολεβεντόκορμηλεβεντόκορμο
Κλητικήλεβεντόκορμελεβεντόκορμηλεβεντόκορμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεβεντόκορμοιλεβεντόκορμεςλεβεντόκορμα
Γενικήλεβεντόκορμωνλεβεντόκορμωνλεβεντόκορμων
Αιτιατικήλεβεντόκορμουςλεβεντόκορμεςλεβεντόκορμα
Κλητικήλεβεντόκορμοιλεβεντόκορμεςλεβεντόκορμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →