Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεβεντόπαιδο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το παλικάρι, ο λεβέντης, ο λεβεντονιός Βικιλεξικό
    • την έχει σαν βασίλισσα! Με δικό της αυτοκίνητο, δούλες και παραδουλεύτρες, να'χει ράφτρες και κομμώτριες να την επισκέπτονται στο σπίτι, και δικό της οδηγό, ένα λεβεντόπαιδο (Χάρης Κ. Μεττής, Τα Κοράκια του Πόρτο Ράφτη και Άλλα Διηγήματα, εκδ. Ακακία, 2013)

Ετυμολογία

λεβεντόπαιδο < λεβέντης + παιδί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεβεντόπαιδολεβεντόπαιδα
Γενικήλεβεντόπαιδουλεβεντόπαιδων
Αιτιατικήλεβεντόπαιδολεβεντόπαιδα
Κλητικήλεβεντόπαιδολεβεντόπαιδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →