λεβιάθαν
•
- μυθολογίαθαλάσσιο τέρας Βικιλεξικό
- μεταφορικάκολοσσιαίο, τερατώδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεβιάθαν < ελληνιστική κοινή Λευιάθαν < εβραϊκή לויתן / לווייתן (livyatán: φάλαινα, λεβιάθαν)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →