Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεγάμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. ελαφρώς υποτιμητική αναφορά σε κάποιο πρόσωπο του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε Βικιλεξικό
    • Ὁ ἕτερος ἀστυφύλακας μέ τό αὐτόματο σταμάτησε στήν ἐξώθυρα ἕνα ζευγαράκι, μελανούρι ἡ λεγάμενη, καί ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τούς λέει ἐφόσον ἡ ταυτότητα δηλώνει ἄλλη διεύθυνση (Αλέξανδρος Κοτζιάς, Αντιποίηση αρχής: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 1979, σελ. 145)
    • Καί γενικῶς μέν λέγεται τό ὁ λεγάμενος περί παντός προσώπου, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἀποσιωπᾶται περιφρονητικῶς, εἰδικότερον δέ ὁ λεγάμενος, ἡ λεγάμενη, διά πρόσωπα φιλικῶς διακείμενα (Λεξικογραφικόν δελτίον, τόμοι 7-8, Ακαδημία Αθηνών, 1955, σελ. 104)
  2. αυτός με τον οποίο έχει ερωτική σχέση κάποια Βικιλεξικό
    • Και δε μας είπες, ρε παιδί μου, τι γίνεται με τον λεγάμενο;

Ετυμολογία

λεγάμενος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος λέγω.

Άλλοι τύποι

λεγάμεναλεγάμενελεγάμενεςλεγάμενηλεγάμενηςλεγάμενολεγάμενοιλεγάμενοςλεγάμενουλεγάμενουςλεγάμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →