λεγάτος
•
- καθολικισμόςαρχιεπίσκοπος ή καρδινάλιος ως παπικός απεσταλμένος Βικιλεξικό
- καθολικισμόςτοποτηρητής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Βικιλεξικό
- καθολικισμόςεπίσκοπος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας σε κάποιες συγκεκριμένες επισκοπές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεγάτος < μεσαιωνική ελληνική λεγάτος / ληγάτος < λατινική legatus < lego
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεγάτος | λεγάτοι |
| Γενική | λεγάτου | λεγάτων |
| Αιτιατική | λεγάτο | λεγάτους |
| Κλητική | λεγάτε | λεγάτοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →