λεηλατημένος
•
- που έχει λεηλατηθεί Βικιλεξικό
- λεηλατημένα σπίτια
- μεταφορικάαδειασμένος, κενός από το περιεχόμενό του Βικιλεξικό
- μετά τις εκπτώσεις, τα καταστήματα έμειναν λεηλατημένα
Ετυμολογία
λεηλατημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου λεηλατώ
Άλλοι τύποι
λεηλατημέναλεηλατημένελεηλατημένεςλεηλατημένηλεηλατημένηςλεηλατημένολεηλατημένοιλεηλατημένοςλεηλατημένουλεηλατημένουςλεηλατημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →