λεηλατώ
•
- αρπάζω με τη βία κάτι σαν λάφυρο, κάνω πλιάτσικο Βικιλεξικό
- κατακλέβω, ληστεύω Βικιλεξικό
- εκμεταλλεύομαι κάτι μέχρι να εξαντληθεί, σπαταλώ Βικιλεξικό
- διαρπάζω την πνευματική παραγωγή κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεηλατώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λεηλατῶ, συνηρημένος τύπος του λεηλατέω < λεία (λε-) + ἐλαύνω (-ηλατέω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λεηλατώ | λεηλατείς | λεηλατεί | λεηλατούμε | λεηλατείτε | λεηλατούν / λεηλατούνε |
| Παρατατικός | λεηλατούσα | λεηλατούσες | λεηλατούσε | λεηλατούσαμε | λεηλατούσατε | λεηλατούσαν / λεηλατούσανε |
| Αόριστος | λεηλάτησα | λεηλάτησες | λεηλάτησε | λεηλατήσαμε | λεηλατήσατε | λεηλάτησαν / λεηλατήσαν / λεηλατήσανε |
| Μέλλοντας | θα λεηλατήσω / θα λεηλατώ | θα λεηλατήσεις / θα λεηλατείς | θα λεηλατήσει / θα λεηλατεί | θα λεηλατήσουμε / θα λεηλατούμε | θα λεηλατήσετε / θα λεηλατείτε | θα λεηλατήσουν / θα λεηλατήσουνε / θα λεηλατούν / θα λεηλατούνε |
| Παρακείμενος | έχω λεηλατήσει | έχεις λεηλατήσει | έχει λεηλατήσει | έχουμε λεηλατήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λεηλατήσει | είχες λεηλατήσει | είχε λεηλατήσει | είχαμε λεηλατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λεηλατήσει / να λεηλατήσω / να λεηλατώ | να έχεις λεηλατήσει / να λεηλατήσεις / να λεηλατείς | να έχει λεηλατήσει / να λεηλατήσει / να λεηλατεί | να έχουμε λεηλατήσει / να λεηλατήσουμε / να λεηλατούμε | να λεηλατήσετε / να λεηλατείτε | να λεηλατήσουν / να λεηλατήσουνε / να λεηλατούν / να λεηλατούνε |
| Προστακτική | — | λεηλάτησε | — | — | λεηλατήστε / λεηλατείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λεηλατήθηκαλεηλατούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →