λειτουργός
•
- ο επαγγελματίας, αυτός που επιτελεί ένα δημόσιο λειτούργημα (δηλαδή: επάγγελμα), που προσφέρει επαγγελματικά ένα έργο μεγάλης αξίας για το κοινωνικό σύνολο Βικιλεξικό
- Ζουν βασιζόμενοι στην διαφθορά και την ρεμούλα των δημοσίων λειτουργών και γενικά αποτελούν με την συμπεριφορά τους κακό παράδειγμα για τους πολίτες και τα παιδιά. (Αντώνιος Περιπατητής, Χοές, 2019, σελ. 80)
- ειδικότερααυτός που έχει αυτονομία κατά την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματός του, πχ ο δικαστικός ή ο πανεπιστημιακός δάσκαλος Βικιλεξικό
- θρησκείαο ιερέας Βικιλεξικό
- ο λειτουργός του Ύψιστου/των Ύψιστων
Ετυμολογία
λειτουργός < αρχαία ελληνική λειτουργός < λήϊτον (< λαός, λεώς) + ἔργον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λειτουργός | λειτουργοί |
| Γενική | λειτουργού | λειτουργών |
| Αιτιατική | λειτουργό | λειτουργούς |
| Κλητική | λειτουργέ | λειτουργοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →