λειτουργώ
•
- εκτελώ τό έργο για το οποίο είμαι κατασκευασμένος ή προορισμένος Βικιλεξικό
- για ίδρυμα ή κατάστημαπροσφέρω υπηρεσίες, εργάζομαι Βικιλεξικό
- Οι συγκοινωνίες δεν λειτουργούν λόγω απεργίας.
Ετυμολογία
λειτουργώ < αρχαία ελληνική λειτουργῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λειτουργώ | λειτουργείς | λειτουργεί | λειτουργούμε | λειτουργείτε | λειτουργούν / λειτουργούνε |
| Παρατατικός | λειτουργούσα | λειτουργούσες | λειτουργούσε | λειτουργούσαμε | λειτουργούσατε | λειτουργούσαν / λειτουργούσανε |
| Αόριστος | λειτούργεσα | λειτούργεσες | λειτούργεσε | λειτουργέσαμε | λειτουργέσατε | λειτουργέσαν / λειτουργέσανε / λειτούργεσαν |
| Μέλλοντας | θα λειτουργέσω / θα λειτουργώ | θα λειτουργέσεις / θα λειτουργείς | θα λειτουργέσει / θα λειτουργεί | θα λειτουργέσουμε / θα λειτουργούμε | θα λειτουργέσετε / θα λειτουργείτε | θα λειτουργέσουν / θα λειτουργέσουνε / θα λειτουργούν / θα λειτουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω λειτουργέσει | έχεις λειτουργέσει | έχει λειτουργέσει | έχουμε λειτουργέσει | έχετε λειτουργέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λειτουργέσει | είχες λειτουργέσει | είχε λειτουργέσει | είχαμε λειτουργέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λειτουργέσει / να λειτουργέσω / να λειτουργώ | να έχεις λειτουργέσει / να λειτουργέσεις / να λειτουργείς | να έχει λειτουργέσει / να λειτουργέσει / να λειτουργεί | να έχουμε λειτουργέσει / να λειτουργέσουμε / να λειτουργούμε | να έχετε λειτουργέσει / να λειτουργέσετε / να λειτουργείτε | να λειτουργέσουν / να λειτουργέσουνε / να λειτουργούν / να λειτουργούνε |
| Προστακτική | — | λειτούργει / λειτούργεσε | — | — | λειτουργέστε / λειτουργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →