λειτούργημα
•
- υπηρεσία που γίνεται προς χάρη του λαού ή της πολιτείας Βικιλεξικό
- το δημόσιο υπούργημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λειτούργημα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λειτούργημα | λειτουργήματα |
| Γενική | λειτουργήματος | λειτουργημάτων |
| Αιτιατική | λειτούργημα | λειτουργήματα |
| Κλητική | λειτούργημα | λειτουργήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →