Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λειχηνιάρηδες

ουσιαστικό
•
  1. λειχηνιάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού Βικιλεξικό
  2. λειχηνιάρης, στην αιτιατική του πληθυντικού Βικιλεξικό
  3. λειχηνιάρης, στην κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →