λειχηνιάρηδες
•
- λειχηνιάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- λειχηνιάρης, στην αιτιατική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- λειχηνιάρης, στην κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →