λειχηνιάρης
•
- προφορικόπου έχει λειχήνες στο δέρμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λειχηνιάρης < λειχήν(α) + -ιάρης. Δείτε το μεσαιωνικό λειχηνάρικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λειχηνιάρης | λειχηνιάρα | λειχηνιάρικο |
| Γενική | λειχηνιάρη | λειχηνιάρας | λειχηνιάρικου |
| Αιτιατική | λειχηνιάρη | λειχηνιάρα | λειχηνιάρικο |
| Κλητική | λειχηνιάρη | λειχηνιάρα | λειχηνιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λειχηνιάρηδες | λειχηνιάρες | λειχηνιάρικα |
| Γενική | λειχηνιάρηδων | — | λειχηνιάρικων |
| Αιτιατική | λειχηνιάρηδες | λειχηνιάρες | λειχηνιάρικα |
| Κλητική | λειχηνιάρηδες | λειχηνιάρες | λειχηνιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →