Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεκές

/leˈces/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κηλίδα που σχηματίζεται σε κάτι που λερώθηκε, π.χ. σε ένα ρούχο Βικιλεξικό
    • ο τύπος ζήτησε συγγνώμη και συστήθηκε - ήταν ο μέγας Μπαγιαντέρας, ο Μήτσος με την καρδιά μάλαμα, κι έκανε πάντα αυτό το χωρατό, με τάχα λεκέδες και θηλιές, σ' όσους δεν ήξεραν που είχε μείνει τυφλός στην Κατοχή, από αφαγία. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)
    • στη σελίδα αυτή ξεχώριζε ένας φαρδύς μουντός λεκές από αίμα (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 1911)
  2. μεταφορικάκάτι που θίγει την αξιοπρέπεια, την υπόληψη ή την αξία κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεκές < (άμεσο δάνειο) τουρκική leke < περσική لکه (lakā)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεκέςλεκέδες
Γενικήλεκέλεκέδων
Αιτιατικήλεκέλεκέδες
Κλητικήλεκέλεκέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →