Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεκτικώς

επίρρημα
•
  1. παρωχημένολεκτικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεκτικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λεκτικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε λεκτικ(ός) + -ώς.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →