Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεμφοιδηματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με το λεμφοίδημα ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
    • Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις επεμβάσεις εκτομής–μείωσης όγκου, κατά τις οποίες αφαιρείται ολόκληρος ο λεμφοιδηματικός ιστός επιπολής της μυϊκής περιτονίας ή τμήμα αυτού και η δεύτερη τις επανορθωτικές ή «ορθολογικές» επεμβάσεις, οι οποίες αφορούν σε μικροχειρουργικές παρεμβάσεις με απώτερο στόχο την αποκατάσταση του λεμφικού δικτύου απορροής. (Αναστάσιος Τοπάλης, Η χρήση του μισχωτού αγγειούμενου λεμφαδενικού κρημνού στην αντιμετώπιση του λεμφοιδήματος, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Σχολή Επιστημών Υγείας. Τμήμα Ιατρικής, Αλεξανδρούπολη 2022, σελ. 45:17)

Ετυμολογία

λεμφοιδηματικός < λεμφοίδημα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεμφοιδηματικόςλεμφοιδηματικήλεμφοιδηματικό
Γενικήλεμφοιδηματικούλεμφοιδηματικήςλεμφοιδηματικού
Αιτιατικήλεμφοιδηματικόλεμφοιδηματικήλεμφοιδηματικό
Κλητικήλεμφοιδηματικέλεμφοιδηματικήλεμφοιδηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεμφοιδηματικοίλεμφοιδηματικέςλεμφοιδηματικά
Γενικήλεμφοιδηματικώνλεμφοιδηματικώνλεμφοιδηματικών
Αιτιατικήλεμφοιδηματικούςλεμφοιδηματικέςλεμφοιδηματικά
Κλητικήλεμφοιδηματικοίλεμφοιδηματικέςλεμφοιδηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →