λεξικογραφικός
•
- που αναφέρεται στη λεξικογραφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεξικογραφικός < λεξικογραφία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεξικογραφικός | λεξικογραφική | λεξικογραφικό |
| Γενική | λεξικογραφικού | λεξικογραφικής | λεξικογραφικού |
| Αιτιατική | λεξικογραφικό | λεξικογραφική | λεξικογραφικό |
| Κλητική | λεξικογραφικέ | λεξικογραφική | λεξικογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεξικογραφικοί | λεξικογραφικές | λεξικογραφικά |
| Γενική | λεξικογραφικών | λεξικογραφικών | λεξικογραφικών |
| Αιτιατική | λεξικογραφικούς | λεξικογραφικές | λεξικογραφικά |
| Κλητική | λεξικογραφικοί | λεξικογραφικές | λεξικογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →