λεξιλάγνος
•
- αυτός που αρέσκεται να χρησιμοποιεί σπάνιες ή περίεργες λέξεις ή περίπλοκες διατυπώσεις Βικιλεξικό
- μεταφορικάο πολυλογάς, ο φλύαρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεξιλάγνος < λέξις + λάγνος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →