Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεοντή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το τομάρι (δέρμα) ενός λιονταριού Βικιλεξικό
    • Η δεύτερη ενότητα εστιάζει στα όπλα του Ηρακλή, το ρόπαλο με τη λεοντή φυσικά —τα δύο κατεξοχήν σύμβολα του ήρωα—, το τόξο και τη φαρέτρα. (www.efsyn.gr, 05.01.2019)

Ετυμολογία

λεοντή < αρχαία ελληνική λεοντῆ / λεοντέη < λέων

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεοντήλεοντές
Γενικήλεοντήςλεοντών
Αιτιατικήλεοντήλεοντές
Κλητικήλεοντήλεοντές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →