λεονταρίζω
•
- σπάνιοεπιδίδομαι σε λεονταρισμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεονταρίζω < λεονταρισμός + -ίζω (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λεονταρίζω | λεονταρίζεις | λεονταρίζει | λεονταρίζουμε | λεονταρίζετε | λεονταρίζουν / λεονταρίζουνε |
| Παρατατικός | λεοντάριζα | λεοντάριζες | λεοντάριζε | λεονταρίζαμε | λεονταρίζατε | λεοντάριζαν / λεονταρίζαν / λεονταρίζανε |
| Αόριστος | λεοντάρισα | λεοντάρισες | λεοντάρισε | λεονταρίσαμε | λεονταρίσατε | λεοντάρισαν / λεονταρίσαν / λεονταρίσανε |
| Μέλλοντας | θα λεονταρίζω / θα λεονταρίσω | θα λεονταρίζεις / θα λεονταρίσεις | θα λεονταρίζει / θα λεονταρίσει | θα λεονταρίζουμε / θα λεονταρίσουμε | θα λεονταρίζετε / θα λεονταρίσετε | θα λεονταρίζουν / θα λεονταρίζουνε / θα λεονταρίσουν / θα λεονταρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λεονταρίσει | έχεις λεονταρίσει | έχει λεονταρίσει | έχουμε λεονταρίσει | έχετε λεονταρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λεονταρίσει | είχες λεονταρίσει | είχε λεονταρίσει | είχαμε λεονταρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λεονταρίσει / να λεονταρίζω / να λεονταρίσω | να έχεις λεονταρίσει / να λεονταρίζεις / να λεονταρίσεις | να έχει λεονταρίσει / να λεονταρίζει / να λεονταρίσει | να έχουμε λεονταρίσει / να λεονταρίζουμε / να λεονταρίσουμε | να έχετε λεονταρίσει / να λεονταρίζετε / να λεονταρίσετε | να λεονταρίζουν / να λεονταρίζουνε / να λεονταρίσουν / να λεονταρίσουνε |
| Προστακτική | — | λεοντάριζε / λεοντάρισε | — | — | λεονταρίζετε / λεονταρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →