λεπίδι
•
- η λεπίδα, το κοφτερό μεταλλικό έλασμα μαχαιριού ή σπαθιού Βικιλεξικό
- το μαχαίρι Βικιλεξικό
- μεταφορικάη απόρριψη πολλών μαθητών σε εξετάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεπίδι < (ελληνιστική κοινή) λεπίδιον, υποκοριστικό του λεπίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπίδι | λεπίδια |
| Γενική | λεπιδιού | λεπιδιών |
| Αιτιατική | λεπίδι | λεπίδια |
| Κλητική | λεπίδι | λεπίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →