λεπταίνω
•
- κάνω (κάτι) πιο λεπτό Βικιλεξικό
- γίνομαι λεπτότερος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεπταίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λεπτ(ύνω) (< λεπτ(ός) + -ύνω) με μεταπλασμό σε -αίνω. Συγκρίνετε με τη νεοελληνική χρήση τού λεπτύνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λεπταίνω | λεπταίνεις | λεπταίνει | λεπταίνουμε | λεπταίνετε | λεπταίνουν / λεπταίνουνε |
| Παρατατικός | λέπταινα | λέπταινες | λέπταινε | λεπταίναμε | λεπταίνατε | λέπταιναν / λεπταίναν / λεπταίνανε |
| Αόριστος | λέπτυνα | λέπτυνες | λέπτυνε | λεπτύναμε | λεπτύνατε | λέπτυναν / λεπτύναν / λεπτύνανε |
| Μέλλοντας | θα λεπταίνω / θα λεπτύνω | θα λεπταίνεις / θα λεπτύνεις | θα λεπταίνει / θα λεπτύνει | θα λεπταίνουμε / θα λεπτύνουμε | θα λεπταίνετε / θα λεπτύνετε | θα λεπταίνουν / θα λεπταίνουνε / θα λεπτύνουν / θα λεπτύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω λεπτύνει | έχεις λεπτύνει | έχει λεπτύνει | έχουμε λεπτύνει | έχετε λεπτύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λεπτύνει | είχες λεπτύνει | είχε λεπτύνει | είχαμε λεπτύνει | είχατε λεπτύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω λεπτύνει / να λεπταίνω / να λεπτύνω | να έχεις λεπτύνει / να λεπταίνεις / να λεπτύνεις | να έχει λεπτύνει / να λεπταίνει / να λεπτύνει | να έχουμε λεπτύνει / να λεπταίνουμε / να λεπτύνουμε | να έχετε λεπτύνει / να λεπταίνετε / να λεπτύνετε | να λεπταίνουν / να λεπταίνουνε / να λεπτύνουν / να λεπτύνουνε |
| Προστακτική | — | λέπταινε / λέπτυνε | — | — | λεπταίνετε / λεπτύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →