Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεπτεπίλεπτος

/le.pteˈpi.le.ptos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. εξαιρετικά λεπτός και ευαίσθητος στις κακουχίες Βικιλεξικό
    • Η Οντρεϊ Χέπμπορν δεν ήταν απλώς μια σταρ του σινεμά αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα σύμβολα της μόδας. Κομψή, λεπτεπίλεπτη, με μια ομορφιά θηλυκή και παιδική ταυτόχρονα, είχε όλα τα προσόντα για να υποστηρίξει τους ρόλους της. (Από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 29 Νοεμβρίου 2009)
  2. πολύ εκλεπτυσμένος Βικιλεξικό
    • Το «Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας 2009», συμπληρώνει δεκαπέντε δημιουργικά χρόνια και παρουσιάζει το σόλο της Έα Σόλα (Γαλλίδα βιετναμέζικης καταγωγής), που συνδυάζει την ευαίσθητη και λεπτεπίλεπτη κίνηση της Άπω Ανατολής με τη δυναμική αλληγορία της πολιτικής περφόρμανς. (από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17 Ιουλίου 2009)

Ετυμολογία

λεπτεπίλεπτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή *λεπτεπίλεπτος < λεπτός + ἐπί + λεπτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτεπίλεπτοςλεπτεπίλεπτηλεπτεπίλεπτο
Γενικήλεπτεπίλεπτουλεπτεπίλεπτηςλεπτεπίλεπτου
Αιτιατικήλεπτεπίλεπτολεπτεπίλεπτηλεπτεπίλεπτο
Κλητικήλεπτεπίλεπτελεπτεπίλεπτηλεπτεπίλεπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτεπίλεπτοιλεπτεπίλεπτεςλεπτεπίλεπτα
Γενικήλεπτεπίλεπτωνλεπτεπίλεπτωνλεπτεπίλεπτων
Αιτιατικήλεπτεπίλεπτουςλεπτεπίλεπτεςλεπτεπίλεπτα
Κλητικήλεπτεπίλεπτοιλεπτεπίλεπτεςλεπτεπίλεπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →