λεπτολόγηση
•
- λόγιοη ενέργεια και το αποτέλεσμα του λεπτολογώ Βικιλεξικό
- Πάντως η στιγμή της αποκάλυψης προετοιμάζεται με «γοργό ρυθμό γιατί [η ανασκαφή] γίνεται με σκαπτικά μηχανήματα και δεν απαιτεί τη γνωστή κοπιαστική αρχαιολογική λεπτολόγηση», όπως γράφτηκε, φράση που θα εξέπληττε τους περισσότερους φοιτητές αρχαιολογίας. (*)
Ετυμολογία
λεπτολόγηση < λεπτολογώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτολόγηση | λεπτολογήσεις |
| Γενική | λεπτολόγησης | λεπτολογήσεων |
| Αιτιατική | λεπτολόγηση | λεπτολογήσεις |
| Κλητική | λεπτολόγηση | λεπτολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →