Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεπτοπρόσωπος

/le.ptoˈpɾo.so.pos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. άτομο που χαρακτηρίζεται από λεπτοπροσωπία Βικιλεξικό
  2. άτομο με λεπτά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο Βικιλεξικό
    • Λεπτοπρόσωπος, μὲ πυκνὰ καστανὰ λεπτὰ μαλλιὰ, μὲ πρόσωπο μᾶλλον καλλιτέχνου καὶ μὲ κυκλικὰ φρύδια, ἐξελίχθη κατ’ ἀρχὰς σ’ ἔνα μυστηριώδη καὶ σατανικὸ συνωμότη, ποὺ ζοῦσε ἐργαζόμενος μὲ τὸ πιστόλι στὸ χέρι, κατόπιν δὲ σὰν ἔνας ἀπὸ τοὺς πιὸ γενναίους διοικητὰς παρτιζάνους τοῦ Τίτο.

Ετυμολογία

λεπτοπρόσωπος < λεπτοπροσωπ(ία) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτοπρόσωποςλεπτοπρόσωπηλεπτοπρόσωπο
Γενικήλεπτοπρόσωπουλεπτοπρόσωπηςλεπτοπρόσωπου
Αιτιατικήλεπτοπρόσωπολεπτοπρόσωπηλεπτοπρόσωπο
Κλητικήλεπτοπρόσωπελεπτοπρόσωπηλεπτοπρόσωπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτοπρόσωποιλεπτοπρόσωπεςλεπτοπρόσωπα
Γενικήλεπτοπρόσωπωνλεπτοπρόσωπωνλεπτοπρόσωπων
Αιτιατικήλεπτοπρόσωπουςλεπτοπρόσωπεςλεπτοπρόσωπα
Κλητικήλεπτοπρόσωποιλεπτοπρόσωπεςλεπτοπρόσωπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →