λεπτοπρόσωπος
•
- άτομο που χαρακτηρίζεται από λεπτοπροσωπία Βικιλεξικό
- άτομο με λεπτά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Λεπτοπρόσωπος, μὲ πυκνὰ καστανὰ λεπτὰ μαλλιὰ, μὲ πρόσωπο μᾶλλον καλλιτέχνου καὶ μὲ κυκλικὰ φρύδια, ἐξελίχθη κατ’ ἀρχὰς σ’ ἔνα μυστηριώδη καὶ σατανικὸ συνωμότη, ποὺ ζοῦσε ἐργαζόμενος μὲ τὸ πιστόλι στὸ χέρι, κατόπιν δὲ σὰν ἔνας ἀπὸ τοὺς πιὸ γενναίους διοικητὰς παρτιζάνους τοῦ Τίτο.
Ετυμολογία
λεπτοπρόσωπος < λεπτοπροσωπ(ία) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτοπρόσωπος | λεπτοπρόσωπη | λεπτοπρόσωπο |
| Γενική | λεπτοπρόσωπου | λεπτοπρόσωπης | λεπτοπρόσωπου |
| Αιτιατική | λεπτοπρόσωπο | λεπτοπρόσωπη | λεπτοπρόσωπο |
| Κλητική | λεπτοπρόσωπε | λεπτοπρόσωπη | λεπτοπρόσωπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτοπρόσωποι | λεπτοπρόσωπες | λεπτοπρόσωπα |
| Γενική | λεπτοπρόσωπων | λεπτοπρόσωπων | λεπτοπρόσωπων |
| Αιτιατική | λεπτοπρόσωπους | λεπτοπρόσωπες | λεπτοπρόσωπα |
| Κλητική | λεπτοπρόσωποι | λεπτοπρόσωπες | λεπτοπρόσωπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →