Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεπτοτεχνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λεπτοτεχνία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεπτοτεχνικός < λεπτοτεχνία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτοτεχνικόςλεπτοτεχνικήλεπτοτεχνικό
Γενικήλεπτοτεχνικούλεπτοτεχνικήςλεπτοτεχνικού
Αιτιατικήλεπτοτεχνικόλεπτοτεχνικήλεπτοτεχνικό
Κλητικήλεπτοτεχνικέλεπτοτεχνικήλεπτοτεχνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτοτεχνικοίλεπτοτεχνικέςλεπτοτεχνικά
Γενικήλεπτοτεχνικώνλεπτοτεχνικώνλεπτοτεχνικών
Αιτιατικήλεπτοτεχνικούςλεπτοτεχνικέςλεπτοτεχνικά
Κλητικήλεπτοτεχνικοίλεπτοτεχνικέςλεπτοτεχνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →