λεπτοτεχνικός
•
- που έχει σχέση με λεπτοτεχνία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεπτοτεχνικός < λεπτοτεχνία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτοτεχνικός | λεπτοτεχνική | λεπτοτεχνικό |
| Γενική | λεπτοτεχνικού | λεπτοτεχνικής | λεπτοτεχνικού |
| Αιτιατική | λεπτοτεχνικό | λεπτοτεχνική | λεπτοτεχνικό |
| Κλητική | λεπτοτεχνικέ | λεπτοτεχνική | λεπτοτεχνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτοτεχνικοί | λεπτοτεχνικές | λεπτοτεχνικά |
| Γενική | λεπτοτεχνικών | λεπτοτεχνικών | λεπτοτεχνικών |
| Αιτιατική | λεπτοτεχνικούς | λεπτοτεχνικές | λεπτοτεχνικά |
| Κλητική | λεπτοτεχνικοί | λεπτοτεχνικές | λεπτοτεχνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →