Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεπτουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με τη λεπτουργία ή τον λεπτουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. που έχει κατασκευαστεί ή τον έχουν επεξεργαστεί με λεπτουργία Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένολεπτουργική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεπτουργικός < λεπτουργία / λεπτουργός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτουργικόςλεπτουργικήλεπτουργικό
Γενικήλεπτουργικούλεπτουργικήςλεπτουργικού
Αιτιατικήλεπτουργικόλεπτουργικήλεπτουργικό
Κλητικήλεπτουργικέλεπτουργικήλεπτουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτουργικοίλεπτουργικέςλεπτουργικά
Γενικήλεπτουργικώνλεπτουργικώνλεπτουργικών
Αιτιατικήλεπτουργικούςλεπτουργικέςλεπτουργικά
Κλητικήλεπτουργικοίλεπτουργικέςλεπτουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →