λεπτουργικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με τη λεπτουργία ή τον λεπτουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- που έχει κατασκευαστεί ή τον έχουν επεξεργαστεί με λεπτουργία Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένολεπτουργική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεπτουργικός < λεπτουργία / λεπτουργός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτουργικός | λεπτουργική | λεπτουργικό |
| Γενική | λεπτουργικού | λεπτουργικής | λεπτουργικού |
| Αιτιατική | λεπτουργικό | λεπτουργική | λεπτουργικό |
| Κλητική | λεπτουργικέ | λεπτουργική | λεπτουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτουργικοί | λεπτουργικές | λεπτουργικά |
| Γενική | λεπτουργικών | λεπτουργικών | λεπτουργικών |
| Αιτιατική | λεπτουργικούς | λεπτουργικές | λεπτουργικά |
| Κλητική | λεπτουργικοί | λεπτουργικές | λεπτουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →