λεπτούργημα
•
- έργο που έχει μαστορευτεί δεξιοτεχνικά, το κομψοτέχνημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεπτούργημα < ((διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λεπτουργῶ) θέμα λεπτουργη- + -μα, (μαρτυρείται από το 1844)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτούργημα | λεπτουργήματα |
| Γενική | λεπτουργήματος | λεπτουργημάτων |
| Αιτιατική | λεπτούργημα | λεπτουργήματα |
| Κλητική | λεπτούργημα | λεπτουργήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →