Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεπτόγραμμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει χαραχθεί ή σχηματιστεί με λεπτές γραμμές Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκομψός άνθρωπος, λεπτοκαμωμένος· που έχει λεπτά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεπτόγραμμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λεπτόγραμμος < λεπτό- + -γραμμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτόγραμμοςλεπτόγραμμηλεπτόγραμμο
Γενικήλεπτόγραμμουλεπτόγραμμηςλεπτόγραμμου
Αιτιατικήλεπτόγραμμολεπτόγραμμηλεπτόγραμμο
Κλητικήλεπτόγραμμελεπτόγραμμηλεπτόγραμμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτόγραμμοιλεπτόγραμμεςλεπτόγραμμα
Γενικήλεπτόγραμμωνλεπτόγραμμωνλεπτόγραμμων
Αιτιατικήλεπτόγραμμουςλεπτόγραμμεςλεπτόγραμμα
Κλητικήλεπτόγραμμοιλεπτόγραμμεςλεπτόγραμμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →