Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λερός

/leˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ακάθαρτος, βρόμικος Βικιλεξικό
    • Τ' άλλο απόγευμα έμπαινε στην Καλαμάτα μ' ένα τρύπιο βρακί κι ένα λερό πουκάμισο.

Ετυμολογία

λερός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὀλερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλερόςλερήλερό
Γενικήλερούλερήςλερού
Αιτιατικήλερόλερήλερό
Κλητικήλερέλερήλερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεροίλερέςλερά
Γενικήλερώνλερώνλερών
Αιτιατικήλερούςλερέςλερά
Κλητικήλεροίλερέςλερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →