λερώνω
•
- βρομίζω, ρυπαίνω Βικιλεξικό
- κηλιδώνω την τιμή κάποιου Βικιλεξικό
- λερώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λερώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λερώνω | λερώνεις | λερώνει | λερώνουμε | λερώνετε | λερώνουν / λερώνουνε |
| Παρατατικός | λέρωνα | λέρωνες | λέρωνε | λερώναμε | λερώνατε | λέρωναν / λερώναν / λερώνανε |
| Αόριστος | λέρωσα | λέρωσες | λέρωσε | λερώσαμε | λερώσατε | λέρωσαν / λερώσαν / λερώσανε |
| Μέλλοντας | θα λερώνω / θα λερώσω | θα λερώνεις / θα λερώσεις | θα λερώνει / θα λερώσει | θα λερώνουμε / θα λερώσουμε | θα λερώνετε / θα λερώσετε | θα λερώνουν / θα λερώνουνε / θα λερώσουν / θα λερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λερώσει | έχεις λερώσει | έχει λερώσει | έχουμε λερώσει | έχετε λερώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λερώσει | είχες λερώσει | είχε λερώσει | είχαμε λερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λερώσει / να λερώνω / να λερώσω | να έχεις λερώσει / να λερώνεις / να λερώσεις | να έχει λερώσει / να λερώνει / να λερώσει | να έχουμε λερώσει / να λερώνουμε / να λερώσουμε | να έχετε λερώσει / να λερώνετε / να λερώσετε | να λερώνουν / να λερώνουνε / να λερώσουν / να λερώσουνε |
| Προστακτική | — | λέρωνε / λέρωσε | — | — | λερώνετε / λερώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →