λεσβιάζω
•
- έχω λεσβιακές τάσεις (λέξη σχετική με τη γυναικεία ομοφυλοφιλία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεσβιάζω < αρχαία ελληνική λεσβιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λεσβιάζω | λεσβιάζεις | λεσβιάζει | λεσβιάζουμε | λεσβιάζετε | λεσβιάζουν / λεσβιάζουνε |
| Παρατατικός | λεσβίαζα | λεσβίαζες | λεσβίαζε | λεσβιάζαμε | λεσβιάζατε | λεσβίαζαν / λεσβιάζαν / λεσβιάζανε |
| Αόριστος | λεσβίασα | λεσβίασες | λεσβίασε | λεσβιάσαμε | λεσβιάσατε | λεσβίασαν / λεσβιάσαν / λεσβιάσανε |
| Μέλλοντας | θα λεσβιάζω / θα λεσβιάσω | θα λεσβιάζεις / θα λεσβιάσεις | θα λεσβιάζει / θα λεσβιάσει | θα λεσβιάζουμε / θα λεσβιάσουμε | θα λεσβιάζετε / θα λεσβιάσετε | θα λεσβιάζουν / θα λεσβιάζουνε / θα λεσβιάσουν / θα λεσβιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λεσβιάσει | έχεις λεσβιάσει | έχει λεσβιάσει | έχουμε λεσβιάσει | έχετε λεσβιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λεσβιάσει | είχες λεσβιάσει | είχε λεσβιάσει | είχαμε λεσβιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λεσβιάσει / να λεσβιάζω / να λεσβιάσω | να έχεις λεσβιάσει / να λεσβιάζεις / να λεσβιάσεις | να έχει λεσβιάσει / να λεσβιάζει / να λεσβιάσει | να έχουμε λεσβιάσει / να λεσβιάζουμε / να λεσβιάσουμε | να έχετε λεσβιάσει / να λεσβιάζετε / να λεσβιάσετε | να λεσβιάζουν / να λεσβιάζουνε / να λεσβιάσουν / να λεσβιάσουνε |
| Προστακτική | — | λεσβίαζε / λεσβίασε | — | — | λεσβιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λεσβιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →