Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεσεψιανός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Φερντινάν Λεσσέψ ή τη διώρυγα του Σουέζ ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
  2. που αφορά ή χαρακτηρίζει θαλάσσιο οργανισμό ο οποίος έχει μεταναστεύσει από την Ερυθρά Θάλασσα στη Μεσόγειο μέσω της διώρυγας του Σουέζ ή σχετίζεται με αυτή τη μεταναστευτική διαδικασία Βικιλεξικό
    • […] ο ρυθμός εισόδου των «λεσεψιανών μεταναστών» είναι επιταχυνόμενος, αλλά και παράλληλος με την προοδευτική αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της Μεσογείου.
    • «Στην Μεσόγειο υπάρχουν περίπου 1.000 ξενικά είδη, με τα περισσότερα να είναι λεσεψιανοί μετανάστες. Η Ρόδος γι’ αυτά τα είδη είναι ένα κομβικό σημείο στο ταξίδι από την Ανατολή προς τη Δύση» […]

Ετυμολογία

λεσεψιανός < αγγλική Lessepsian < Ferdinand de Lesseps / Φερντινάν Λεσσέψ + -ιανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεσεψιανόςλεσεψιανήλεσεψιανό
Γενικήλεσεψιανούλεσεψιανήςλεσεψιανού
Αιτιατικήλεσεψιανόλεσεψιανήλεσεψιανό
Κλητικήλεσεψιανέλεσεψιανήλεσεψιανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεσεψιανοίλεσεψιανέςλεσεψιανά
Γενικήλεσεψιανώνλεσεψιανώνλεσεψιανών
Αιτιατικήλεσεψιανούςλεσεψιανέςλεσεψιανά
Κλητικήλεσεψιανοίλεσεψιανέςλεσεψιανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →