Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λετονικά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γλώσσαη λετονική γλώσσα (Λετονία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λετονικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου λετονικός στον πληθυντικό < απλοποιημένη γραφή του λεττονικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλετονικάλετονικά
Γενική—λετονικών
Αιτιατική—λετονικά
Κλητική—λετονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →