λετρίνα
•
- τυπογραφίατο αρχίγραμμα Βικιλεξικό
- σπάνιοτουαλέτα (ή λατρίνα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λετρίνα < γαλλική lettrine < ιταλική letterina, υποκοριστικό του lettera < λατινική littera
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λετρίνα | λετρίνες |
| Γενική | λετρίνας | λετρίνων |
| Αιτιατική | λετρίνα | λετρίνες |
| Κλητική | λετρίνα | λετρίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →