λευίτης
•
- Ιουδαίος κληρικός, Ιουδαίος ιερέας Βικιλεξικό
- αξιοσέβαστος ηλικιωμένος ιερέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λευίτης < ελληνιστική κοινή Λευΐτης < Λευΐ + -ίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λευίτης | λευίτες |
| Γενική | λευίτη | λευιτών |
| Αιτιατική | λευίτη | λευίτες |
| Κλητική | λευίτη | λευίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →