λευκαντής
•
- επάγγελμαεργαζόμενος στη λεύκανση υφασμάτων, δηλαδή στην επεξεργασία απομάκρυνσης διάφορων φυσικών χρωστικών ουσιών και παραφινών που υπάρχουν ως υπολείμματα σε ένα πρωτογενές ύφασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λευκαντής < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκαντής | λευκαντές |
| Γενική | λευκαντή | λευκαντών |
| Αιτιατική | λευκαντή | λευκαντές |
| Κλητική | λευκαντή | λευκαντές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →