Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λευκαυγής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου βγάζει λευκή λάμψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λευκαυγής < ελληνιστική κοινή λευκαυγής < αρχαία ελληνική λευκός + αὐγή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλευκαυγήςλευκαυγήςλευκαυγές
Γενικήλευκαυγούςλευκαυγούςλευκαυγούς
Αιτιατικήλευκαυγήλευκαυγήλευκαυγές
Κλητικήλευκαυγή / λευκαυγήςλευκαυγήςλευκαυγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλευκαυγείςλευκαυγείςλευκαυγή
Γενικήλευκαυγώνλευκαυγώνλευκαυγών
Αιτιατικήλευκαυγείςλευκαυγείςλευκαυγή
Κλητικήλευκαυγείςλευκαυγείςλευκαυγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →