Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λευκοκυτταρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα λευκοκύτταρα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λευκοκυτταρικός < λευκοκύτταρο + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική leucocytaire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλευκοκυτταρικόςλευκοκυτταρικήλευκοκυτταρικό
Γενικήλευκοκυτταρικούλευκοκυτταρικήςλευκοκυτταρικού
Αιτιατικήλευκοκυτταρικόλευκοκυτταρικήλευκοκυτταρικό
Κλητικήλευκοκυτταρικέλευκοκυτταρικήλευκοκυτταρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλευκοκυτταρικοίλευκοκυτταρικέςλευκοκυτταρικά
Γενικήλευκοκυτταρικώνλευκοκυτταρικώνλευκοκυτταρικών
Αιτιατικήλευκοκυτταρικούςλευκοκυτταρικέςλευκοκυτταρικά
Κλητικήλευκοκυτταρικοίλευκοκυτταρικέςλευκοκυτταρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →