Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λευκορροϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τη λευκόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ιατρικήπου πάσχει από λευκόρροια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λευκορροϊκός < λευκόρροια + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική leukorrheal)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλευκορροϊκόςλευκορροϊκήλευκορροϊκό
Γενικήλευκορροϊκούλευκορροϊκήςλευκορροϊκού
Αιτιατικήλευκορροϊκόλευκορροϊκήλευκορροϊκό
Κλητικήλευκορροϊκέλευκορροϊκήλευκορροϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλευκορροϊκοίλευκορροϊκέςλευκορροϊκά
Γενικήλευκορροϊκώνλευκορροϊκώνλευκορροϊκών
Αιτιατικήλευκορροϊκούςλευκορροϊκέςλευκορροϊκά
Κλητικήλευκορροϊκοίλευκορροϊκέςλευκορροϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →