λευκορροϊκός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με τη λευκόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ιατρικήπου πάσχει από λευκόρροια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λευκορροϊκός < λευκόρροια + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική leukorrheal)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκορροϊκός | λευκορροϊκή | λευκορροϊκό |
| Γενική | λευκορροϊκού | λευκορροϊκής | λευκορροϊκού |
| Αιτιατική | λευκορροϊκό | λευκορροϊκή | λευκορροϊκό |
| Κλητική | λευκορροϊκέ | λευκορροϊκή | λευκορροϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκορροϊκοί | λευκορροϊκές | λευκορροϊκά |
| Γενική | λευκορροϊκών | λευκορροϊκών | λευκορροϊκών |
| Αιτιατική | λευκορροϊκούς | λευκορροϊκές | λευκορροϊκά |
| Κλητική | λευκορροϊκοί | λευκορροϊκές | λευκορροϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →