λευκορωσικός
•
- σχετικός με τη Λευκορωσία ή τους Λευκορώσους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λευκορωσικός < Λευκορωσ(ία) ή Λευκορώσ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκορωσικός | λευκορωσική | λευκορωσικό |
| Γενική | λευκορωσικού | λευκορωσικής | λευκορωσικού |
| Αιτιατική | λευκορωσικό | λευκορωσική | λευκορωσικό |
| Κλητική | λευκορωσικέ | λευκορωσική | λευκορωσικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκορωσικοί | λευκορωσικές | λευκορωσικά |
| Γενική | λευκορωσικών | λευκορωσικών | λευκορωσικών |
| Αιτιατική | λευκορωσικούς | λευκορωσικές | λευκορωσικά |
| Κλητική | λευκορωσικοί | λευκορωσικές | λευκορωσικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →