Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λευκορωσικός

/lef.ko.ɾo.siˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη Λευκορωσία ή τους Λευκορώσους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λευκορωσικός < Λευκορωσ(ία) ή Λευκορώσ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλευκορωσικόςλευκορωσικήλευκορωσικό
Γενικήλευκορωσικούλευκορωσικήςλευκορωσικού
Αιτιατικήλευκορωσικόλευκορωσικήλευκορωσικό
Κλητικήλευκορωσικέλευκορωσικήλευκορωσικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλευκορωσικοίλευκορωσικέςλευκορωσικά
Γενικήλευκορωσικώνλευκορωσικώνλευκορωσικών
Αιτιατικήλευκορωσικούςλευκορωσικέςλευκορωσικά
Κλητικήλευκορωσικοίλευκορωσικέςλευκορωσικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →