λευκωματουρία
•
- ιατρικήη πάθηση που συνίσταται στην παρουσία λευκώματος στα ούρα κι οφείλεται σε βλάβη των νεφρών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λευκωματουρία < λευκωματ- (< λεύκωμα) + -ουρία (< ουρώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκωματουρία | λευκωματουρίες |
| Γενική | λευκωματουρίας | λευκωματουριών |
| Αιτιατική | λευκωματουρία | λευκωματουρίες |
| Κλητική | λευκωματουρία | λευκωματουρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →