λευκόχρυσος
•
- χημείαχημικό στοιχείο της κατηγορίας των μετάλλων με ατομικό αριθμό 78 και χημικό σύμβολο το Pt· η πλατίνα Βικιλεξικό
- κοσμηματοποιίακράμα χρυσού με άλλο μέταλλο, συνήθως ασήμι και παλλάδιο, που έχει λευκότερο χρώμα από εκείνο του χρυσού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λευκόχρυσος < (λευκός) λευκό- + χρυσ(ός) + -ος, (λόγιο δάνειο) γαλλική or blanc. Διαφορετική η ελληνιστική σημασία του λευκόχρυσος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →