λευτεριά
•
- λαϊκότροποη ελευθερία Βικιλεξικό
- —Ζορμπά … Θα τρώμε και θα πίνουμε μαζί. Κι ύστερα θα παίζεις σαντούρι. —Αν έχω κέφι, ακούς; Αν έχω κέφι. Να σου δουλεύω όσο θες σκλάβος σου! Μα το σαντούρι είναι άλλο πράμα. Είναι θεριό, θέλει λευτεριά. Αν έχω κέφι, θα παίζω· θα τραγουδώ κιόλα. Και θα χορεύω.... (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)
Ετυμολογία
λευτεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λευτεριά < ἐλευτεριά < ἐλευθερία < αρχαία ελληνική ἐλευθερία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λευτεριά | λευτεριές |
| Γενική | λευτεριάς | λευτεριών |
| Αιτιατική | λευτεριά | λευτεριές |
| Κλητική | λευτεριά | λευτεριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →