λεφτό
•
- προφορικότο λεπτό της ώρας Βικιλεξικό
- δωσ' μου ένα λεφτό!
- προφορικότα λεφτά, τα χρήματα Βικιλεξικό
- έχεις κάνα λεφτό πάνω σου;
Ετυμολογία
λεφτό < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεφτό | λεφτά |
| Γενική | λεφτού | λεφτών |
| Αιτιατική | λεφτό | λεφτά |
| Κλητική | λεφτό | λεφτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →